Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

No. 21

Όπως είπαν κάποιοι παλιοί η ζωή είναι ένα αεράκι που κυλά σιγανά και βουβά,
απ τα δέκα γίνεσαι 20 ξαφνικά, και μετα τριάντα και πενήντα,
και φεύγουν τα χρόνια όλο πιο βαριά όλο πιο ίδια και πιο μόνα,
όπως φεύγουν οι νότες στη πέμπτη σονάτα του Μπετόβεν για βιολί και πιάνο.
Οι μαθηματικοί λέν' πως η ζωή μοιάζει με ένα ευθύγραμμο τμήμα,
γεννάται απο ένα σημείο και καταλήγει σε ένα άλλο.
Όμως, μόνο αυτό δεν είναι.
Πάνω σ' αυτή την ευθεία καρφιτσώνονται μεγάλες, λαμπερές τελείες,
όπου σταματάει ο χρόνος,
ακόμα και αν  φαίνεται να μήν σταμάτσε ποτέ
ή να μήν υπήρξε καν ο χρόνος και η φθορά του.
Φεύγουν τα σύννεφα και μένει γαλανός και λέυτερος ο ουρανός,
τα νερά γίνονται χρυσαφιά,
τα σπαρτά ανταριάζονται και ολάνθιστα κεντάνε χρώματα στη γη,
κι εσύ βρίσκεσαι παντού ή πουθενά.
Βρίσκεσαι σ' ένα ανοιχτό δωμάτιο, εσύ κ η γύμνια σου
με όλες τις ατέλειες και τα μπαλώματα σου.
Σάν όλος ο κόσμος να μαζεύεται σ' ένα κουτί,
που το κρατάς σφιχτά
το πετάς ψηλά και αυτό γυρνάει πάλι σε σένα.
Όλοι οι άνθρωποι αρχίζουν να μοιάζουν ανθρώποι
και γίνονται ένας, ξυπόλιτος,
κι αυτός στέκει μπροστά σου.
Κι αναρωτιέσαι αν αυτός είσαι εσύ,
κι αν είναι άλλος τελικά, πόσο σου μοιάζει.
Αλαζονικά, αυτό το λές προσωπική στιγμή.
Στέκεστε στον ίδιο χώρο μαζί,
και οι δύο σαστισμένοι,
μοιράζεστε ένα αιώνιο και άμεμπτο βλέμμα
και στέλνετε ένα φιλί σας ψηλά στον ουρανό.
Ξαφνικά το σύμπαν έρχεται στα μέτρα σου,
ο θάνατος μοιάζει ασήμαντος,
ενώ απ το ανοιχτό παράθυρο ακούγεται μουσική



Δόικος Δ. Cop.2011

Πολύφημος και Γαλάτεια (Διασκευή μύθου: Ι. Ν. Κυριαζής)


Κανένα δε γεννήθηκε πιο σιχαμένο τέρας.
Όπου βρισκόταν, έκλεινε τη μύτη του ο Αγέρας.
Βρόμικος κι απολίτιστος, μ' ένα απαίσιο μάτι,
θεόρατος-δε φτιάχτηκε γι' αυτόν ποτέ κρεβάτι.
Τον έλεγαν Πολύφημο, απ' το γένος των Κυκλώπων-
κάποτε θα τον τύφλωνε ο άριστος των ανθρώπων…
Μια μπόχα ανέδιδε η σπηλιά η σκοτεινή που ζούσε -
όπως τα ζώα του, εκεί κι αυτός αποπατούσε.
Κι αν το νησί του ολόγυρα μια θάλασσα το βρέχει,
τη λίγδα του να ξεπλυθεί ποτέ σ' αυτήν δεν τρέχει.
Ζώα ν' αρμέγει συνεχώς, το γάλα τους να πήζει:
αυτό μονάχα ήθελε- μα ο έρωτας ανθίζει
και στις πιο άγονες ψυχές, σ' αγρίους κι ανοήτους
πετάει ανθάκια μέσα τους-μοσχοβολά η ζωή τους.
Έτσι και του Πολύφημου-πρόσεξε, μη γελάσεις!-
του έλαχε να ερωτευτεί νεράιδα της θαλάσσης.
Άρμα οδηγούσε στο νερό κι είχε δελφίνια γι' άτια-
στις ράχες τους τα μάτια της καθρέφτιζε η Γαλάτεια!
Το πρόσωπό της σκίαζε μαντήλι από πορφύρα,
τα τσίνορά της μούσκευε ιριδισμών πλημμύρα.
Διάφανο πέπλο φόραγε και φέγγιζε το δέρμα
ολόλευκο στα στήθια της και στων μηρών το τέρμα.
Και όπως του χιτώνα της έπαιρνε ο αέρας
ως τη στεριά την άκρη του, χαστούκιζε το τέρας.
Είκοσι μάτια ήθελε να 'χει, να μη χορταίνει
να βλέπει την πεντάμορφη πώς απ' το κύμα βγαίνει…
Στα δάση άνθη έκοβε συχνά η νύμφη μόνη,
μ' αυτά, για ύπνο ευωδιαστό, την κλίνη της να στρώνει.
Μια μέρα την ξαδέρφη της τη Θόωσα ρωτάει
του αγρού λουλούδια σπάνια για να 'βρει, πού να πάει.
«Ο γιος μου ο Πολύφημος»,της λέει εκείνη «ξέρει
πούθε φυτρώνουνε αυτά στης Σικελίας τα μέρη.»
Έτσι μιαν άνοιξη έλαχε οι δυο να γνωριστούνε.
Πάνω στα άνθη που 'βλεπαν, μαζί να κυλιστούνε
πόσο ήθελε ο Κύκλωπας…-μα μόνο να τα κόψει
μπορεί…Και από πίσω τους κρύβει την άθλια του όψη!
Με μια αγκαλιά πολύχρωμη, για να τον 'φχαριστήσει
δε δίστασε στο μάγουλο η ωραία να τον φιλήσει.
Κι ήταν φιλί ευωδιαστό, περιβολιού αέρας,
η πρώτη-πρώτη αναπνοή μιας μυρωδάτης μέρας…
Τα χείλη της του έφεραν ρίγος κι ανατριχίλα,
με χίλια μύρα του 'διωξαν μακριά την προβατίλα.
Το μάγουλο τριαντάφυλλο πώς θα 'θελε να έχει,
με τη δροσιά του- στο φιλί τα χείλη της να βρέχει…
Από εκείνη τη στιγμή τις ώρες του περνούσε
δίπλα στο κύμα-τον αυλό παίζοντας τραγουδούσε:
«Γλυκιά Γαλάτεια ,άφησε τη θάλασσα λιγάκι
μη θέλεις να μαραίνομαι κι εγώ σα λουλουδάκι…»
Μα ήταν το τραγούδι του κοινότοπο και φάλτσο
και ποντικάκια γύρω του χορεύαν ένα μάτσο…
Ώρες πολλές στη θάλασσα σκυφτός καθρεφτιζόταν
με μιαν αρπάγη ολημερίς άγαρμπα χτενιζόταν…
Τα γένια του που 'ταν σκληρά, δασιά όπως οι θάμνοι,
τα έκοβε ο δύσμοιρος κοντά, μ' ένα…δρεπάνι.
Την κοπριά απ' τη σπηλιά όλη την καθαρίζει,
με άνθη γεμάτη τώρα πια, παράδεισο θυμίζει…
Μέχρι και μπάνιο βάλθηκε-αλλά… ματαίως -να μάθει,
να φτάσει στη Γαλάτεια του, στου πέλαου τα βάθη.
(Και ήτανε το θέαμα τούτο εδώ γελοίο,
έτσι όπως πλατσούριζε στ' άβαθα ένα θηρίο!…)
Στη θάλασσα το μάτι του για χρόνια είχε καρφώσει-
ώσπου ο Οδυσσέας θα 'ρχονταν, σωτήρια να τυφλώσει…
«Γιατί, νεράιδα μου καλή, δεν έρχεσαι να μείνεις
μεσ' στη σπηλιά, για πάντοτε γυναίκα μου να γίνεις;…
Γαλάτεια, γάλα και τυρί ποτέ δε θα σου λείψουν,
εσένα όλα τα ζώα μου γι' αυτό θα ανταμείψουν.
Μήπως που 'μαι μονόφθαλμος όλα σου τα χαλάει;
Μ' ένα οφθαλμό, ματάκια μου, κι ο ήλιος μας κοιτάει….»
Έτσι, γυρνώντας στο γιαλό τις μέρες και τα βράδια
φώναζε, μα του απάνταγε βέλασμα απ' τα κοπάδια…
Γιατί ούτε να το σκεφτεί, στον κόπο αυτή δεν μπαίνει,
ν' αφήσει ξάφνου το νερό, σε μια σπηλιά να μένει…
Πώς να ξαπλώσει δίπλα του, κοντά του ν' αγρυπνάει
όχι απ' την αγάπη της, αλλά που θα βρομάει!
Και πώς το κεφαλάκι της στο στήθος του να χώσει,
όχι από αγάπη, αλλ' απ' αυτόν το βλέμμα της να σώσει!
Τι κι αν μια τρυφερή καρδιά στο άθλιο κορμί κρυβόταν;
Το δέρμα της στα χάδια του ποτέ δε θα δινόταν.
Γιατί από τότε ως σήμερα- πόσους αιώνες, μέτρα!-
κάτω από σάρκα απαλή, θα βρεις καρδιά από πέτρα.


I. Ν. Κυριαζής